Παρασκευή 29 Απριλίου 2011

Απορρίπτοντας

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε πριν μερικά χρόνια σε εφημερίδα της Βέροιας. Ούτε θυμάμαι ποιά. Σήμερα δεν βρίσκω να διαφωνώ σε πολλά... 

Του Νίκου Βασ. Χατζηευστρατίου(1)

Η διαπίστωση ότι η φύση δεν αφήνει τίποτε χαμένο είναι ένα από τα από τα αγαπημένα κλισέ οικολόγων, βιολόγων δημοσιογράφων και συγγραφέων.  Απέναντι στο πολυχρησιμοποιημένο τσιτάτο που κατέληξε θλιβερή κοινοτοπία, υπάρχει μια αμήχανη σιγή  για το πόσα πράγματα πετά ή προσπαθεί να ξεφορτωθεί η κοινωνία μας. Παρατηρώντας την ζωή της πόλης μου τα τελευταία χρόνια εντόπισα μερικές αξιοσημείωτες περιπτώσεις που αφορούν στο φαινόμενο της απόρριψης πραγμάτων που θεωρούνται άχρηστα. 

Απορρίπτοντας τα αντικείμενα που χρησιμοποιήσαμε.
Τα τελευταία σαράντα χρόνια από μια γεωργική πόλη γίναμε ημιαστική περιοχή. Όχι μόνον γίναμε περισσότεροι (σχεδόν τριπλάσιοι) αλλά παράγουμε δύο φορές περισσότερα σκουπίδια ο καθένας μας.  Οι ρυθμοί και ο τρόπος ζωής που αποδεχθήκαμε  μας έφεραν μπροστά σε μια πραγματικότητα στην οποία κλείσαμε επιδεικτικά τα μάτια. ¨Ενώ παράγουμε ήδη ένα κιλό σκουπίδια την μέρα ο καθένας μας, συμπεριφερόμαστε περίπου όπως πριν σαράντα χρόνια. Για όσους δεν ξέρουν ή δεν θυμούνται τότε η διακομιδή γινόταν με το κάρο και η απόθεση  στην Μπαρμπούτα, ενώ τώρα τα μαζεύουμε με τα φορτηγά και τα παρατάμε στον Αλιάκμονα. Πενήντα τόνοι πραγμάτων  διαφόρων προελεύσεων και προηγούμενων χρήσεων εναποτίθενται καθημερινά στην κοίτη ενός ποταμού έτοιμα να ρυπαίνουν γη, υπόγεια νερά και αέρα, με ότι αυτό μπορεί να σημάνει για την υγεία και την οικονομία. Το πότε θα συμβεί το μοιραίο είναι απλά ζήτημα χρόνου.  Ευτυχώς κάποιοι που έλυσαν πριν από μας το πρόβλημα μας απειλούν με πρόστιμα αν δεν φανούμε στοιχειωδώς συνετοί. Αυτό συνέβη πριν οκτώ χρόνια και από τότε η προσπάθεια που κάνουμε να το ξεχάσουμε είναι το λιγότερο αξιοθαύμαστη. Δεν μας πέρασε από το μυαλό να μειώσουμε μέσω της ανακύκλωσης τα σκουπίδια μας. Σκεφτήκαμε να τα θάψουμε με κάποιο τρόπο που δεν είναι καταστροφικός για την υγεία και την τσέπη μας αλλά θέλαμε ο χώρος αυτός να είναι πολύ μακριά από το σπίτι μας. Επειδή ότι είναι μακριά από το δικό μας σπίτι είναι κοντά στο σπίτι κάποιου άλλου δεν άργησε να ξεσπάσουν καβγάδες. Τότε κάποιος έριξε την ιδέα αντί να πετάξουμε να τα επεξεργασθούμε μειώνοντας τον όγκο τους, με κόστος το οποίο κράτησε κρυφό ως τώρα. Παρ’ όλα αυτά και το εργοστάσιο που θα έκανε την επεξεργασία δεν είναι πουθενά ευπρόσδεκτο. Κανείς δεν θέλει ούτε καν να ξέρει. Γι’ αυτό ακριβώς τα σκουπίδια ετοιμάζονται να ξαναμπούν στο σπίτι μας  και μάλιστα από την κυρία είσοδο.

Απορρίπτοντας τα προϊόντα της δουλειάς μας.
Για δεκαπέντε, ίσως και παραπάνω χρόνια (η διαδικασία σταμάτησε οριστικά εδώ και μια πενταετία) μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων πληρωνόταν για να παράγει και να ξεφορτώνεται φρούτα. Επί δεκαπέντε χρόνια κανείς δεν ήθελε να μάθει για τα συνεπακόλουθα. Η  λογική του κλειστού συστήματος που δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον (αυτή εξάλλου είναι και η κεντρική ιδέα της πώλησης) αποξένωσε ανθρώπους από το αντικείμενό τους, από το χωράφι τους, από την πραγματική ζωή με λίγα λόγια. Τα αποτελέσματα τα γευόμαστε σήμερα. Αποδιοργάνωση του παραγωγικού ιστού, φτώχια και ηθική εξαθλίωση.

Απορρίπτοντας τα ζώα που χρησιμοποιήσαμε.
Το πράγμα φυσικά δεν σταμάτησε εκεί. Χρειαζόμαστε μικρά ζώα για να καλύψουμε τα συναισθηματικά μας κενά.  Ζητήσαμε την τρυφερότητα από ένα κουτάβι χωρίς να σκεφτούμε ότι η τρυφερότητα που παίρνεις πρέπει να επιστραφεί και ότι όλα είναι ένας κύκλος δούναι και λαβείν. Χάνοντας την επαφή με την απλή αυτή πραγματικότητα μόλις τα κουτάβια έγιναν ώριμα ζώα τα αφήσαμε έξω. Έτσι αποκτήσαμε  ένα ευάριθμο ζωικό κεφάλαιο ενοχλητικών αδέσποτων. Ακόμη μια φορά δεν διδαχθήκαμε τίποτε. Δηλώνοντας άλλη μια φορά αθώοι ζητήσαμε από τις αρχές να μας απαλλάξουν από τα κοπάδια δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι θα μας ενοχλούσε να ξέρουμε ότι τα ζώα θανατώνονται ή φυλακίζονται. Όχι βέβαια πως δεν υπήρχαν και πνιχτές φωνές που έλεγαν εξαφανίστε τα όπως εσείς θέλετε αρκεί  εμείς να μην ξέρουμε τίποτε. Ξοδεύτηταν χρήματα για εγκαταστάσεις «σταυλισμού» των μικρών ζώων προσλήφθηκαν άνθρωποι, με την γκρίνια να συνεχίζεται και τα κοπάδια των δρόμων να συνεχίζουν να υπάρχουν.  

Απορρίπτοντας και ανθρώπους;
Το ερώτημα δεν αφορά φυσικά στις εκτρώσεις παρ’ ότι θα μπορούσε άνετα. Αφορά σε ανθρώπους που από την στιγμή που γεννιούνται βρίσκονται εκτός συστήματος. Γεννιούνται και με το ζόρι εγγράφονται σε δημοτολόγια, δεν κάνουν εμβόλια, δεν πηγαίνουν σχολείο αλλά παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν και να ενηλικιώνονται. Το να μη νοιαστούμε γι’ αυτούς φαίνεται βολικό το και ακόμη το να ζητήσουμε να πάνε φυλακή όταν μεγαλώσουν και μας κλέψουν το αυτοκίνητο σχεδόν αναπόφευκτο. Το να σκεφτούμε πως αυτοί που σήμερα δεν πάνε σχολείο αύριο χωρίς εφόδια θα αρχίζουν να παραβατούν είναι δύσκολο. Το να γίνουμε  κάποια στιγμή κήρυκες της γονιδιακής προέλευσης της εγκληματικότητας το ευκολότερο.  Μετά από αυτό μπορεί και να αρχίσουμε  να απαιτούμε γκούλακ, Μακρονήσια ή Νταχάου. Να απαιτούμε να φύγουν μακριά μας τα σκουπίδια, να μαζευτούν τα αδέσποτα ή ακόμη να πληρωθούμε γιατί εμείς φροντίσαμε να παραχθούν. 

Πρόβλημα υπάρχει, όσοι εξακολουθούν να διαβάζουν αυτό το κείμενο τα αποδέχονται. Η λύση δεν προέρχεται ούτε από την κοινωνιολογία ούτε από την θρησκεία ούτε καν από την Χριστιανική ηθική.  Ένα κουταλάκι μυαλό χρειάζεται. Δεν είμαστε κάτι ξέχωρο από τον κόσμο και κατά κανένα τρόπο η κορωνίδα του. Αν αισθανθούμε ένα μικρό κομμάτι του, πράγμα που η ψυχρή λογική μας το υπαγορεύει, τότε το λίγο μυαλό που απαιτείται θα λειτουργήσει αποδοτικά και θα ενεργοποιηθούν οι καλύτερες από τις ήδη υπάρχουσες λύσεις. 





(1) Ο Νίκος Βασ. Χατζηευστρατίου είναι Πολιτικός Μηχανικός ζει και εργάζεται στη Βέροια

Δεν υπάρχουν σχόλια: